Loading checkout...
Υπάρχουν άνθρωποι που τους συναντάς και νιώθεις ότι ήταν πάντα εκεί. Σαν μια λέξη που περίμενε να ειπωθεί. Σαν μια σιωπή που κάποτε ήξερες και νόμιζες πως είχες ξεχάσει.
Η Νίκη Παπαθεοχάρη είναι για μένα κάτι περισσότερο από φίλη. Είναι εκείνη που περπατά δίπλα στη ζωή με θόρυβο, αλλά με μια σπάνια αξιοπρέπεια. Είναι εκείνη που μεταμορφώνει την ύλη σε φωνή και τη μνήμη σε μορφή.
Γράφοντας αυτό το διήγημα – όχι για εκείνη, αλλά μαζί της, μέσα από εκείνη – ένιωσα κάτι που σπάνια συμβαίνει, ότι δεν δημιουργώ. Απλώς Θυμάμαι. Θυμάμαι ένα κορίτσι, μια γυναίκα με λιτά ξανθά μαλλιά που βουτά στο νερό και ψάχνει όχι θησαυρούς στα «κοπάδια του κόσμου», αλλά τα σπαράγματα της ψυχής της. Θυμάμαι μια γυναίκα που δεν σμιλεύει απλώς την πέτρα, αλλά την ακούει και γράφει στίχους. Και την αφήνει να ψιθυρίσει ιστορίες και μελωδίες που εμείς οι υπόλοιποι είχαμε ξεχάσει πώς να ακούμε.
Το αφιέρωμα αυτό είναι ένας λυγμός τρυφερός που έγινε λόγος. Ένα μικρό ευχαριστώ για όσα η Νίκη δεν λέει, αλλά είναι.
Σε αυτό το κείμενο, ενώνονται η δημιουργός και το παιδί, η γυναίκα και η πέτρα, η απώλεια και η ανάδυση, ο βυθός και το φως. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο έργο της.
Νίκη μου, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις, όχι για το έργο σου μόνο, αλλά για τον τρόπο που φωτίζεις τον κόσμο γύρω σου ηχηρά και ταυτόχρονα σιωπηλά, χωρίς ποτέ να ζητάς χώρο, παρά μόνο προσοχή και αγάπη, όπως το μικρό κοριτσάκι που είσαι ακόμη μέσα σου.
________________________________________________________________
Στα ήσυχα μονοπάτια που απλώνει το κύμα, εκεί όπου τα φύκια ψιθυρίζουν μυστικά στα βότσαλα και οι πεταλίδες σφραγίζουν μνήμη και αλάτι πάνω στις πέτρες, εκεί γεννιέται η καινούργια τέχνη της Νίκης Παπαθεοχάρη. Με τα δάχτυλά της να θυμίζουν άλλους αιώνες και με μάτια που διαβάζουν τον κόσμο, η Νίκη συλλέγει υλικά, απομεινάρια του χρόνου, θραύσματα μυθικών σωμάτων.
Σαν σιωπηλή θρυλική Νίκη, η ίδια βουτάει στα βάθη ενός μύθου, όπου οι πέτρες, οι αχινοί, οι πεταλίδες, τα φύκια και τα κοσμήματα του βυθού μετουσιώνονται σε πρωταγωνιστές σε μια αρχετυπική αφήγηση. Χειρίζεται την πέτρα όχι ως ύλη, αλλά ως σιωπηλό φύλακα της μνήμης, σαν να ήταν σπάραγμα από τον πυρήνα του χρόνου, καμωμένο από τη μυστική σοφία του βυθού.
Με κάθε άγγιγμά της η πέτρα ανασαίνει, ξυπνά τα περιβλήματα των αχινών, θυμάται τις σκιές που άφησαν οι πεταλίδες στον πυθμένα και τους χρωματισμούς από τα φύκια που κάποτε ο ήλιος χάιδεψε με το φως του. Κι εκείνη, αγέρωχη, σαν φτερωτή Νίκη πάνω από το χάος της πέτρας, ψάχνει να ξαναβρεί το κομμάτι του δικού της κορμιού και της ψυχής, χαμένο από τότε που ήταν εκείνο το μικρό κοριτσάκι με τα λιτά ξανθά μαλλιά, κι ένα πρόσωπο σχεδιασμένο με τη λεπτότητα του ανέμου πάνω στο νερό που κοίταζε τον κόσμο με αθωότητα.
Πάντα εκείνη περπατούσε ανάμεσά μας χωρίς βιασύνη, με ένα βλέμμα που δεν κοίταζε γύρω, αλλά βαθύτερα, σαν να διάβαζε τις σκιές πίσω από τα πράγματα. Δεν έπαψε ποτέ να ψάχνει. Ούτε για πρόσωπα, ούτε για μέρη. Μα για κάτι πιο σπάνιο, για το κομμάτι του εαυτού της που ήξερε πως είχε χαθεί πριν καλά-καλά προλάβει να το γνωρίσει.
Από τότε που ήταν παιδί, είχε μια σιωπηλή βεβαιότητα μέσα της. Κανείς δεν της την είχε διδάξει, ούτε με λέξεις ούτε με αγγίγματα. Ήταν σαν να την κουβαλούσε ήδη, σαν μια μυστική γνώση που γεννιέται με όσους έχουν πονέσει πριν καν μάθουν τι σημαίνει ο πόνος. Δεν επρόκειτο για ένα χαμένο παιχνίδι ή για κάποιο βλέμμα που στράφηκε αλλού. Ήταν η αθωότητα που είχε πνιγεί. Από εκείνη την ασφυκτική βία, αυτή που δεν αφήνει σημάδια στο δέρμα, αλλά χαράζει την ψυχή με σιωπές. Μια βία που δεν ακούγεται, μα φωνάζει μέσα σου σε κάθε απόρριψη, σε κάθε νύχτα που δεν μπορείς να κοιμηθείς.
Έμαθε να κρύβεται, αλλά και να θυμώνει φωναχτά, απαιτητικά. Όχι από τους ανθρώπους, μα από το ίδιο της το τραύμα. Το κουκούλωνε στο νερό της σιωπής, το έθαβε στα βάθη, εκεί που δεν φτάνει η φωνή. Και κάθε φορά που έμπαινε στη θάλασσα, με το καλλίγραμμο σώμα της που έμοιαζε να ανήκει σε άλλη εποχή, κρατούσε την ανάσα της. Όχι για να επιπλεύσει, μα για να βουτήξει μέσα της… για να μετρήσει άστρα κάτω από το νερό, με τα πόδια θαμμένα στην άμμο σαν ρίζες δέντρου που δεν ήθελε να ξεριζωθεί.
Εκεί, στη σιγή της θάλασσας, ένιωθε λιγότερο μόνη. Ήταν σαν να έσπαγε ένα κομμάτι της μοναξιάς της κάθε φορά που άγγιζε μια πέτρα. Γιατί οι πέτρες, ναι, μιλούσαν. Αν τις άφηνες, αν τις άκουγες με την ψυχή, σου έλεγαν ιστορίες. Θυμούνταν. Όχι μόνο τη βροχή και τα κύματα, αλλά και τα χέρια που τις σήκωσαν, τις ανάσες που τις έψαξαν, τον πόνο που τις έφερε στην ακτή.
Κι έτσι εκείνη, το κορίτσι και συνάμα η γυναίκα με τα λιτά μαλλιά άρχισε να γίνεται ένα με τον κόσμο που μόνο εκείνη μπορούσε να ακούσει. Έμαθε να ζει ανάμεσα σε σιωπές που μιλούν με εκρήξεις, ανάμεσα σε πέτρες που δεν λησμονούν, ανάμεσα σε πληγές που παλεύουν να γίνουν φως.
Η Νίκη γεννήθηκε με βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα… εκεί που ο ουρανός συναντά τη θάλασσα, κι όλα μοιάζουν να υπόσχονται απόδραση. Από μικρή ήξερε να πετά. Όχι με φτερά, μα με την καρδιά. Κι όταν μεγάλωσε, πέταξε στ’ αλήθεια. Ντύθηκε στα χρώματα του ουρανού και έγινε αεροσυνοδός της Ολυμπιακής Αεροπορίας, αψηφώντας τα σύνορα του κόσμου. Όμως, όποια διαδρομή κι αν ακολουθούσε, πάντα η ματιά της έψαχνε νερό. Θάλασσα. Σαν να της ήταν προορισμός και καταγωγή μαζί.
Στο μεταξύ, ο χρόνος την καλούσε να απλωθεί σε πολλά σύμπαντα. Τη μία στιγμή στον αέρα, την άλλη στις βιβλιοθήκες της Σορβόννης, όπου και απέκτησε το πτυχίο της στη Γαλλική Φιλολογία. Κι όμως, η Νίκη δεν ήταν φτιαγμένη μόνο για λόγια και ύψη. Ήταν σώμα, ήταν ενέργεια, ήταν κίνηση. Από τα εφηβικά της χρόνια ήταν αθλήτρια, ακοντίστρια και σφαιροβόλος. Είχε μάθει να μετρά την τροχιά, να σημαδεύει και να επιμένει. Το κορμί της ήξερε να σμιλεύει το κενό, όπως το νερό διαμορφώνει την πέτρα, με ακρίβεια, με διάρκεια, με μιαν ήρεμη δύναμη που δεν δείχνει, αλλά πάντα υπάρχει.
Και καθώς ο χρόνος έπαιρνε άλλες μορφές, η Νίκη δεν σταμάτησε να μεταμορφώνεται. Έγινε στιχουργός. Άρχισε να πλέκει λέξεις που έσταζαν μουσική. Έγινε εικαστικός, μια σπάνια αρτίστα που φιλοτεχνούσε τους πολύτιμους ψίθυρους του βυθού με χρώματα που ανέπνεαν αλάτι και φως.
Κι έπειτα… ήρθε η στροφή που δεν ήταν στροφή, μα επιστροφή. Τα χέρια της άρχισαν να διαλέγουν πέτρες. Όχι τυχαίες. Εκείνες τις ταπεινές, τις φορτωμένες κραυγή και δύναμη. Μάζευε αχινούς, πεταλίδες, φύκια που στροβιλίζονταν στα κύματα. Κανείς δεν ξαφνιάστηκε. Ήταν σαν να είχε γυρίσει εκεί απ’ όπου δεν έφυγε ποτέ. Γιατί η Νίκη δεν ήταν ποτέ απλώς μια γυναίκα. Ήταν το ακατάπαυστο ταξίδι από τη γη στον ουρανό κι από τον ουρανό στη θάλασσα. Μια ψυχή που ανήκε παντού, αλλά κυρίως, ακόμη και σήμερα ανήκει στον εαυτό της.
Η Νίκη στέκεται εκεί, σαν πετρομάνα αγέρωχη, σαν φτερωτή μορφή πάνω από τον βυθό. Όχι άνθρωπος μόνο, αλλά σύμβολο. Μια παρουσία που μοιάζει να μην ανήκει ούτε στον χρόνο ούτε στον χώρο, αλλά σε μια αιώνια στιγμή ανάμεσα σε δύο κόσμους, τον ορατό και τον αθέατο.
Βουτάει στα βάθη ενός μύθου που μόνο εκείνη μπορεί να αφουγκραστεί. Σε έναν κόσμο, όπου τίποτα δεν είναι άψυχο, όπου ακόμα και το πιο μικρό σπασμένο όστρακο έχει ιστορία, μνήμη, πνοή. Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο η Νίκη δεν βρίσκει υλικά, ανακαλύπτει πρωταγωνιστές, τα «κύτταρα από τη μνήμη του κόσμου». Και μέσα από μικρά, σιωπηλά απομεινάρια, γεννιούνται φιγούρες, μορφές. Όχι πλάσματα που φτιάχνονται, πλάσματα που αναδύονται. Φιγούρες σαν πολύχρωμα στολίδια σιωπής, που ξεπηδούν από το βάθος για να γίνουν σύντροφοι στο ταξίδι της. Μυθικοί, σχεδόν αρχαϊκοί, σαν να προέρχονται από κάποιο προαιώνιο όνειρο.
Η Νίκη δεν δουλεύει απλώς με τα χέρια της. Το έργο της είναι ένα μυστήριο που υφαίνεται με ψυχή, με λέξεις και με σιωπή. Είναι μια δημιουργία που αντηχεί μουσικές από γλώσσες, ζωντανές, αγαπημένες. Γράφει στα ελληνικά, τη γλώσσα της ψυχής και του γενετικού της λυρισμού. Γράφει στα γαλλικά, τη γλώσσα των σπουδών της, της διαύγειας, της ευγένειας της σκέψης. Και στα αγγλικά, τη γλώσσα των αιθέρων, εκείνη που μιλούν οι ιπτάμενες ψυχές, οι αεροσυνοδοί του ουρανού.
Κάθε λέξη γίνεται πέτρα. Κάθε σιωπή, αρχή μορφής. Η σχέση της με τη γλώσσα δεν είναι τεχνική, είναι μυητική. Σαν χορδή αρχαίας λύρας, πάλλεται από την παραμικρή ανάσα, συντονίζεται με τις αόρατες αρμονίες μιας άλλης εποχής, μιας εποχής όπου οι λέξεις και τα υλικά μιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Η Νίκη συνεχίζει. Με λέξεις, με στίχους, με πέτρες, με σιωπές. Και κάθε της έργο είναι μια υπενθύμιση πως ακόμη και το πιο “ασήμαντο” απομεινάρι της φύσης μπορεί να περιέχει το μεγαλείο του μύθου… αρκεί να βρεθεί κάποιος που ξέρει πώς να το αφουγκραστεί.
Η αγάπη της για τη μυθολογία δεν είναι μελέτη. Είναι ζωή. Από τα έργα της ξεπηδούν μορφές αρχαίες: η Μήδεια, με τον πόνο της να πάλλεται μέσα στην πέτρα από προδοσία και εκδίκηση. Η Εκάβη, μητέρα και θρηνούσα, που κατοικεί στο κέλυφος ενός πετρογλυπτικού αφηγήματος. Και πιο κει, μια Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων, ένας κλόουν με γλυκόπικρο χαμόγελο, φιγούρες όχι φανταστικές, αλλά θραύσματα της Νίκης που αναζητούν ένωση.
Κι εκεί, στα Αστέρια της Γλυφάδας, σε έναν χώρο που μοιάζει περισσότερο με άγγιγμα νερού παρά με οικοδόμημα, ιδρύθηκε το Κέντρο Πολιτισμού και Τέχνης και Λόγου Νίκη Παπαθεοχάρη. Εκεί εκτίθενται για πρώτη φορά 70 έργα της, πετρογλυπτική και ποίηση σε διάλογο, εκεί που η ίδια περπατά μέσα στον δικό της μύθο. Γιατί στον χώρο αυτόν, η πέτρα συνομιλεί με τη λέξη. Το άγγιγμα με το ποίημα. Και η Νίκη στέκεται όχι μόνο ως δημιουργός, αλλά ως σύμβολο του ανθρώπου που ενώνει το σώμα με την ψυχή του μέσα από την τέχνη.
Δίπλα της, πάντα παρόντες. ο Γιάννης, ο σύντροφός της, ο συνοδοιπόρος της, μια ηχηρή δύναμη. Τα αγόρια της, ο ευγενής Διογένης, που φέρει ένα όνομα αρχαίο, φιλοσοφημένο, σαν ηχώ, όπως κι ο ίδιος. Κι ο μικρός της, ο Απόλλωνας, μια σπάνια φλόγα τέχνης και ψυχής, ένας φως και στίγμα ηλιοκεντρικό στην καρδιά της. Και τα εγγόνια της! Η νέα ρίζα που μιλάει με φωνή παιχνιδιάρα, αλλά κρύβει μέσα της σοφία κληρονομιάς και μελλοντικές θάλασσες.
Η Νίκη δεν δημιουργεί μόνο τέχνη, επαναφέρει ισορροπία. Μιλούν τα έργα της σαν κοχύλια ακουμπισμένα στον ώμο μας, ψίθυροι από μνήμες αλμυρές.
Δεν είναι σκηνικά της φύσης, είναι το θέατρο του μύθου, της ιστορίας και της φιλοσοφίας. Ένα έργο που ξαναπαίζεται, με πρωταγωνιστές τις πέτρες, αρχαίες, σιωπηλές, και όμως τόσο ζωντανές… μέσα στα ηλιόφωτα Ελληνικά πελάγη. Μέσα στις προθήκες του μουσείου της, φωτισμένες σαν εσωτερικά ξημερώματα στέκονται τα έργα όχι σαν εκθέματα, αλλά σαν μυστικές αφηγήσεις. Κάθε πέτρα, κάθε όστρακο, κάθε φύκι ακουμπά σαν σελίδα από βιβλίο που δεν έχει ακόμη γραφτεί. Οι μορφές μοιάζουν έτοιμες να κινηθούν, να μιλήσουν, να σε κοιτάξουν. Και ο επισκέπτης, χωρίς να το καταλαβαίνει, δεν βλέπει: Θυμάται. Θυμάται κάτι δικό του, παλιό, που το είχε ξεχάσει.
Οι πέτρες δεν είναι απλώς συνθέσεις. Είναι φορείς μνήμης. Είναι σαν να τις μάζεψε από το βάθος της Ιστορίας, από ναυάγια συναισθημάτων, από αρχαίους βυθούς όπου κάποτε περπάτησαν οι Μούσες και οι μητέρες. Εκεί, μια Μήδεια με βλέμμα σκοτεινό, μια Εκάβη που θρηνεί την άλωση της ψυχής. Εκεί κι η ίδια η Νίκη, ως φωνή που διαπλέκεται με τις δικές τους, χωρίς να διακόπτει.
Περπατάς ανάμεσα στα πετρογλυπτά της, όπως περπατάς μέσα σε έναν μύθο που σε ονειρεύτηκε. Αισθάνεσαι να σε διαπερνά η υγρασία του παρελθόντος, όχι σαν βάρος, αλλά σαν χάδι. Σαν μια μητρική φωνή που σου ψιθυρίζει, «ήσουν πάντα εδώ».
Η ίδια η Νίκη μοιάζει να μη στέκεται έξω απ’ την τέχνη της. Είναι μέσα της. Σαν αρχαία ιέρεια. Σαν μια νέα Πυθία που δεν μαντεύει το μέλλον, αλλά το επαναφέρει απ’ τα βάθη. Μιλά με τη γλώσσα των πραγμάτων που δεν έχουν πια φωνή… και τους τη δανείζει.
Το Κέντρο Τέχνης και Λόγου που φέρει το όνομά της δεν είναι μουσείο. Είναι «χώρα εντός». Είναι ένας ναός αφιερωμένος όχι μόνο στην τέχνη, αλλά στη «στιγμή πριν γεννηθεί η τέχνη». Εκεί που η ύλη δεν είναι ακόμα ύλη, και ο χρόνος δεν είναι ακόμη ώρα. Εκεί που η Νίκη, με το σώμα γυναίκας και το βλέμμα παιδιού, αναζητά το χαμένο της κομμάτι. Και το βρίσκει… σε κάθε έργο που αγγίζει.
Κι εγώ, φίλη και μυημένη στη σιωπηλή της τελετουργία, στέκομαι απέναντί της με στοχασμό και θαυμασμό. Όχι απλώς για να δω, αλλά για να αφουγκραστώ. Όχι να ερμηνεύσω, μα να νιώσω.
Μέσα μου, γεννιέται μια αταραξία, όχι αδράνεια, μα πληρότητα.
Μια σιωπηλή αναγνώριση, σαν να συντονίστηκε η ανάσα μου με την ανάσα της πέτρας.
Η πέτρα μίλησε.
Η λέξη σιώπησε.
Κι ανάμεσά τους, η Νίκη, με το βλέμμα του παιδιού που δεν έπαψε ποτέ να αναζητά εκείνο που κάποτε χάθηκε.
Κι αν κάποτε χαθεί το σώμα,
αν κάποτε διαλυθεί η μορφή,
θα μείνει η ψυχή της Πέτρας της άγρυπνη.
Κι εκείνη, σαν τη φτερωτή Νίκη,
θα συνεχίσει να πετά
όχι για να βρει το χαμένο,
αλλά για να το ανακαλύπτει ξανά,
στην κάθε καινούργια μορφή.
Με αγάπη και σεβασμό,
Βασιλική (Βίκυ) Μπαφατάκη
Ανακαλύψτε όλες οι ποιητικές εκδόσεις και δημοσιεύσεις της Νίκης Παπαθεοχάρη
Περισσότερα